συγκατατίθεμαι
ρήμα1. Εκφράζω έγκριση ή αποδοχή σε πρόταση, αίτημα ή ενέργεια, επιτρέποντας την υλοποίησή της.
2. Παρέχω ρητή ή σιωπηρή άδεια, αποδεχόμενος ή συμφωνώντας με την πρόταση ή την απόφαση κάποιου άλλου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στη συζήτηση για το έργο, συγκατατίθεμαι στην πρότασή σου για το χρονοδιάγραμμα.
- Δεν συγκατατίθεμαι στη δημοσιοποίηση των προσωπικών μου δεδομένων χωρίς ρητή συγκατάθεση.
- Παρά τις επιφυλάξεις, τελικά συγκατατίθεμαι να συμμετάσχω στην επιτροπή.
- Υπογράφοντας τη φόρμα, συγκατατίθεμαι στη συμμετοχή στην ιατρική μελέτη.
- Όταν έθεσε τους όρους, του είπα ότι συγκατατίθεμαι υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.