στρες

ουσιαστικό

1. Ψυχολογική και φυσιολογική κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο αισθάνεται έντονη πίεση, ανησυχία ή καταπόνηση όταν οι απαιτήσεις του περιβάλλοντος ή οι εσωτερικές του απαιτήσεις υπερβαίνουν τους διαθέσιμους πόρους ή τις ικανότητές του.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το στρες των εξετάσεων τον έκανε να μην κοιμάται.
  • Η καθημερινή άσκηση τον βοηθάει να μειώσει το στρες.
  • Η ανάλυση έδειξε ότι το στρες στο μέταλλο ξεπέρασε το όριο ασφαλείας.
  • Υποφέρει από χρόνιο στρες και χρειάζεται ξεκούραση.
  • Το στρες στη λέξη 'record' αλλάζει τη σημασία της.