στοργή
ουσιαστικό1. Σχέση ή διάθεση έντονης τρυφερότητας και αφοσίωσης προς άλλο άτομο, εκφραζόμενη με φροντίδα, προστατευτικότητα και ζεστή συμπεριφορά.
2. Ένστικτη ή διαρκής τάση παροχής φροντίδας και προστασίας, συχνά εμφανιζόμενη στην αλληλεπίδραση γονέα–παιδιού.
Συνώνυμα
τρυφερότητα στοργικότητα αγάπη φροντίδα θαλπωρή ζεστασιά φιλοστοργία θερμότητα γλύκα φιλία συμπάθεια σπλαχνικότητα λατρεία έρως ευσπλαχνία συναίσθημα καλοσύνη έρωτας συμπόνια ενσυναίσθηση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η στοργή της μητέρας έκανε το παιδί να νιώθει ασφαλές.
- Ένιωσε τη στοργή των φίλων του μετά την απώλεια.
- Οι δάσκαλοι φέρθηκαν με στοργή στους μαθητές.
- Η στοργή που έδειχνε στο κατοικίδιό της ήταν εμφανής.
- Χρειάζεται λίγη στοργή για να ανθίσει κάθε σχέση.