σπρώχνω
ρήμα1. Ασκώ δύναμη με το χέρι, το σώμα ή άλλο μέσο πάνω σε κάτι ή σε κάποιον ώστε να μετακινηθεί από τη θέση του προς τα εμπρός ή προς κάποια κατεύθυνση.
2. Πιέζω ή ενεργοποιώ αντικείμενο (π.χ. πόρτα, κουμπί) ώστε να ανοίξει ή να λειτουργήσει.
Συνώνυμα
ωθώ προωθώ πιέζω παραμερίζω διώχνω σκουντάω απομακρύνω χώνω κινώ απωθώ μετακινώ πωλώ στριμώχνω οδηγώ εξωθώ παρασέρνω αναγκάζω παρακινώ προτρέπω ρίχνω κουνάω συστήνω πουλάω πουλώ μεταφέρω επηρεάζω ενθαρρύνω επιταχύνω παρατείνω παροτρύνω συμβάλλω συνδράμω αποδιώχνω εμπορεύομαι εξαναγκάζω ζορίζω κουνώ υποκινώ υποχρεώνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί σπρώχνω το καρότσι του μωρού στο πάρκο.
- Για να ανοίξει η βαριά πόρτα, σπρώχνω τη λαβή με όλη μου τη δύναμη.
- Για να ξεπεράσει το φόβο του, σπρώχνω τον φίλο μου να δοκιμάσει καινούρια πράγματα.
- Στην πυκνή ανθρώπινη ροή, άθελά μου σπρώχνω τους άλλους για να προχωρήσω.
- Στη δουλειά σπρώχνω το έργο προς την ολοκλήρωση με μικρά καθημερινά βήματα.