σκάνδαλο
ουσιαστικό1. Γεγονός ή σειρά γεγονότων που αποκαλύπτουν ανήθικη, παράνομη ή αθέμιτη συμπεριφορά και προκαλούν δημόσια κατακραυγή, έλλειψη εμπιστοσύνης ή πολιτική/κοινωνική αναταραχή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το σκάνδαλο διαφθοράς οδήγησε σε πολλές διαδηλώσεις.
- Η διαρροή εγγράφων προκάλεσε σκάνδαλο στην κυβέρνηση.
- Είναι σκάνδαλο να πληρώνουν τόσο λίγα τους εργαζόμενους.
- Τα σκάνδαλα στον χώρο του ποδοσφαίρου έπληξαν την αξιοπιστία των ομάδων.
- Η δημοσίευση των φωτογραφιών έγινε σκάνδαλο και απασχόλησε τα μέσα ενημέρωσης.