σαχλαμάρα
ουσιαστικόΛόγος, σκέψη ή πράξη που θεωρείται ασήμαντη, ανόητη ή χωρίς σοβαρή αξία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μην λες τέτοιες σαχλαμάρες μπροστά στα παιδιά.
- Όλη αυτή η συζήτηση είναι μια μεγάλη σαχλαμάρα.
- Δεν θα χάσω τον χρόνο μου με τέτοιες σαχλαμάρες.
- Το τηλεοπτικό σόου ήταν γεμάτο σαχλαμάρες και υπερβολές.
- Αυτό που είπε ήταν καθαρή σαχλαμάρα.