σήμα
ουσιαστικό1. Ένδειξη ή σημείο που παρέχει πληροφορία, υποδεικνύει κατάσταση, κανόνα ή προειδοποίηση.
2. Ηχητική ή οπτική ειδοποίηση που καλεί την προσοχή ή ειδοποιεί για γεγονός ή κατάσταση.
Συνώνυμα
ένδειξη σημάδι πινακίδα ραδιοσήμα σινιάλο σήμανση σύμβολο έμβλημα διακριτικό ετικέτα μάρκα λογότυπο τηλεγράφημα στίγμα σφραγίδα χειρονομία ταμπέλα δείκτης κλήση χάραγμα απαγορευτικό επωνυμία σημείο μήνυμα ταυτότητα κωδικός υπογραφή προειδοποίηση συναγερμός ειδοποίηση επιγραφή ονομασία χαρακτηριστικό γνώρισμα καμπανάκι πάσο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το σήμα στάσης είναι τοποθετημένο στη γωνία.
- Το σήμα της τηλεόρασης ήταν πολύ αδύναμο χτες το βράδυ.
- Δεν έχω καθόλου σήμα στο κινητό μου στο υπόγειο.
- Το νέο σήμα της εταιρείας εμφανίστηκε σε όλες τις διαφημίσεις.
- Δώσε μου ένα σήμα όταν θα είσαι έτοιμος να φύγουμε.
- Ο διαιτητής έδωσε το σήμα για την έναρξη του αγώνα.