σέρνομαι
ρήμα1. Κινούμαι πολύ αργά και κοντά στο έδαφος, στηρίζοντας και σύροντας το σώμα με τα χέρια, τα γόνατα ή άλλα μέλη.
2. Μετακινούμαι με κόπο λόγω κόπωσης, δυσκολίας ή εξωτερικής αντίστασης, έτσι ώστε η πρόοδος να είναι πολύ αργή και επίπονη.
Συνώνυμα
μπουσουλάω αργώ βραδυπορώ καθυστερώ κολλάω ταπεινώνομαι υποτάσσομαι εκλιπαρώ γονατίζω υποκλίνομαι ταλαιπωρούμαι παρασέρνομαι παρασύρομαι γλιστράω τσουλάω στασιμεύω υποχωρώ αργοπορώ βαδίζω κυλάω μετακινούμαι περπατάω κινούμαι περπατώ διαρκώ βραδύνω εξοντώνομαι ζορίζομαι κωλυσιεργώ τραβιέμαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν μας κυνήγησε το σκυλί, αναγκάστηκα να σέρνομαι κάτω από τον φράχτη.
- Στη νέα θέση εργασίας, πολλές μέρες σέρνομαι και δεν προλαβαίνω τις υποχρεώσεις.
- Μετά τον μαραθώνιο, σέρνομαι κουρασμένος μέχρι το σπίτι.
- Δεν πρόκειται να σέρνομαι για να κερδίσω την αποδοχή τους.
- Το ατύχημα με άφησε να σέρνομαι από πόνο για εβδομάδες.