πρωτόκολλο
ουσιαστικό1. Έγγραφο στο οποίο καταγράφονται τα γεγονότα, οι αποφάσεις και οι συζητήσεις μιας συνεδρίασης ή επίσημης διαδικασίας.
Συνώνυμα
διαδικασία εθιμοτυπία πρακτικά πρακτικό κανονισμός κανόνας τυπικό τελετουργικό τελετουργία πρότυπο προδιαγραφή έθιμο μέθοδος καταγραφή ρουτίνα συμφωνητικό σύμβαση μνημόνιο μητρώο βιβλίο έντυπο υπόδειγμα σύστημα διατύπωση τυπικότητα συμβόλαιο έγγραφο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σύμφωνα με το πρωτόκολλο, ο πρόεδρος μίλησε πρώτος.
- Το πρωτόκολλο TCP/IP καθορίζει πώς ανταλλάσσονται τα δεδομένα στο διαδίκτυο.
- Το πρωτόκολλο θεραπείας προβλέπει τακτικές εξετάσεις και συγκεκριμένες δόσεις φαρμάκου.
- Το πρωτόκολλο προβλέπει τη σειρά των επίσημων χαιρετισμών.
- Η γραμματέας κατέγραψε την απόφαση στο πρωτόκολλο της συνεδρίασης.