πρακτικά

άλλο

1. Με τρόπο που αφορά την πρακτική εφαρμογή ή την πράξη, σε αντίθεση με τη θεωρία, και με έμφαση στην ουσιαστική λειτουργία ή στην υλοποίηση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Θα διαβάσουμε τα πρακτικά της συνεδρίασης πριν αποφασίσουμε.
  • Αυτές οι αλλαγές πρακτικά δεν έχουν αποτέλεσμα.
  • Είναι πρακτικά αδύνατο να ολοκληρωθεί το έργο μέσα σε μία εβδομάδα.
  • Πρέπει να σκεφτούμε πρακτικά και να βρούμε λύσεις που λειτουργούν.
  • Από τη στιγμή που δεν υπάρχει χρηματοδότηση, πρακτικά το πρόγραμμα έχει σταματήσει.