προτίμηση
ουσιαστικό1. Τάση ή κλίση να επιλέγει ή να ευνοεί κάποιος ένα άτομο, αντικείμενο, ιδέα ή τρόπο δράσης σε σχέση με άλλα.
2. Επιλογή ή κατάταξη μεταξύ εναλλακτικών που εκφράζει ποιο θεωρείται προτιμότερο σε συγκεκριμένο πλαίσιο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έχω προτίμηση για το τσάι αντί για τον καφέ.
- Η προτίμηση του πελάτη καταγράφεται στο προφίλ του για προσωποποιημένες προτάσεις.
- Οι προτιμήσεις των χρηστών καθορίζουν το περιεχόμενο που εμφανίζεται στην αρχική σελίδα.
- Έδειξε προτίμηση στον συνάδελφο όταν ανατέθηκε το σημαντικό έργο.
- Στις αγοραπωλησίες, ο νόμος προβλέπει προτίμηση υπέρ ορισμένων πιστωτών σε ειδικές περιπτώσεις.