προσθήκη
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή διαδικασία κατά την οποία κάτι προστίθεται σε κάτι άλλο, αυξάνοντας ή συμπληρώνοντας το σύνολο.
2. Το στοιχείο ή η ποσότητα που προσαρτάται ή ενσωματώνεται σε ένα σύνολο προκειμένου να το αυξήσει ή να το συμπληρώσει.
Συνώνυμα
πρόσθεση συμπλήρωση συμπλήρωμα πρόσθετο παράρτημα προσάρτηση ένθεση καταχώριση ένθεμα επέκταση αύξηση ένταξη συνένωση παρεμβολή ενίσχυση απόκτηση απόθεση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η προσθήκη των δύο αριθμών δίνει το σωστό αποτέλεσμα.
- Μια προσθήκη λεμονιού έδωσε καλύτερη γεύση στη σαλάτα.
- Ήθελα μια προσθήκη για τον περιηγητή που μπλοκάρει διαφημίσεις.
- Η προσθήκη ενός δωματίου στο σπίτι ολοκλήρωσε την ανακαίνιση.
- Στην τελική έκδοση έγινε προσθήκη ενός παραρτήματος με τα δεδομένα.