προνοητικότητα
ουσιαστικόΙκανότητα ή τάση να προβλέπει κανείς μελλοντικές ανάγκες, κινδύνους ή ευκαιρίες και να λαμβάνει προληπτικά μέτρα για την αποφυγή προβλημάτων ή την εξασφάλιση ωφελειών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έδειξε προνοητικότητα όταν προμήθευσε τρόφιμα και νερό πριν από την καταιγίδα.
- Η προνοητικότητα της διοίκησης απέτρεψε σοβαρά προβλήματα κατά τη διάρκεια της κρίσης.
- Χρειάζεται προνοητικότητα στον σχεδιασμό των υποδομών για την αντιμετώπιση πλημμυρών.
- Η προνοητικότητα του γιατρού έσωσε ζωές.
- Η προνοητικότητα του συμβούλου στις επενδύσεις απέφερε μακροπρόθεσμα κέρδη.