προδίδω
ρήμα1. Ενεργώ με έλλειψη αφοσίωσης ή πίστης προς άτομο, ομάδα ή σκοπό, εκθέτοντας ή υπονομεύοντας την εμπιστοσύνη και τα συμφέροντά τους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ δεν προδίδω ποτέ τους φίλους μου.
- Μην με αναγκάζεις να προδίδω τα μυστικά που μου εμπιστεύτηκαν.
- Όταν αγχώνομαι, φοβάμαι ότι προδίδω τα συναισθήματά μου.
- Δεν σκοπεύω να προδίδω την πατρίδα μου για προσωπικό όφελος.
- Λένε ότι προδίδω τη σκέψη μου με κάθε αμηχανία στην κουβέντα.