προγραμματίζω
ρήμα1. Οργανώνω και καθορίζω το πρόγραμμα ή το χρονοδιάγραμμα ενεργειών, δραστηριοτήτων ή εργασιών ώστε να πραγματοποιηθούν σε συγκεκριμένο χρόνο ή σειρά.
Συνώνυμα
χρονοπρογραμματίζω οργανώνω σχεδιάζω κανονίζω ορίζω κλείνω ρυθμίζω κωδικοποιώ αναπτύσσω προδιαγράφω καταστρώνω διευθετώ σκοπεύω διοργανώνω προετοιμάζω προβλέπω τακτοποιώ διαμορφώνω συνεννοούμαι στοχάζομαι συντονίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί προγραμματίζω τις συναντήσεις της ημέρας.
- Αυτό το καλοκαίρι προγραμματίζω να ταξιδέψω στην Ιταλία.
- Τον τελευταίο μήνα προγραμματίζω μια εφαρμογή για κινητά.
- Για να μην ξεχνάω, προγραμματίζω τον υπολογιστή να κάνει αυτόματα αντίγραφα ασφαλείας κάθε βράδυ.
- Για το συνέδριο προγραμματίζω το χρονοδιάγραμμα ομιλιών και τα εργαστήρια.