προβληματισμένος
επίθετο1. Που βιώνει εσωτερική κατάσταση έντονης σκέψης, αμφιβολίας ή ανησυχίας σχετικά με ένα θέμα ή πρόβλημα.
2. Που εκφράζει ή εμφανίζει μέσω συμπεριφοράς, όψης ή λόγου την παραπάνω κατάσταση, δείχνοντας στοχασμό, δισταγμό ή αβεβαιότητα.
Συνώνυμα
απορημένος περίσκεπτος συλλογισμένος σκεπτικός στοχαστικός στοχασμένος ανήσυχος ταραγμένος αναστατωμένος μπερδεμένος σαστισμένος παραξενεμένος ανησυχημένος αμήχανος φορτισμένος αναποφάσιστος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο διευθυντής ήταν προβληματισμένος μετά τη συνάντηση για τα οικονομικά.
- Ο καθηγητής μένει προβληματισμένος όταν βλέπει τα ίδια λάθη στις εργασίες.
- Φάνηκε προβληματισμένος από την αντίφαση στα στοιχεία του πειράματος.
- Είχε μείνει προβληματισμένος όλο το βράδυ μετά τη δύσκολη συζήτηση με τη γυναίκα του.
- Ο φίλος μου βγήκε από το meeting προβληματισμένος και δεν ήθελε να μιλήσει.