πραγματοποιώ

ρήμα

1. Κάνω κάτι να συμβεί ή φέρνω ένα σχέδιο, σκοπό ή πρόθεση σε πραγματικότητα.

2. Εκτελώ ή υλοποιώ μια ενέργεια, εργασία, διαδικασία ή εκδήλωση.

3. Ολοκληρώνω μια πράξη ή συναλλαγή ώστε να παραχθεί το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Σήμερα πραγματοποιώ ένα πείραμα στο εργαστήριο.
  • Η συναυλία πραγματοποιήθηκε χθες στο κεντρικό στάδιο.
  • Η σύσκεψη πραγματοποιείται κάθε Δευτέρα στις εννέα το πρωί.
  • Πραγματοποίησα το ταξίδι που πάντα ονειρευόμουν.
  • Ο οργανισμός πραγματοποιεί δράσεις υποστήριξης για τις τοπικές κοινωνίες.