πονώ
ρήμα1. Αισθάνομαι έντονη σωματική οδύνη ή ενόχληση εξαιτίας τραυματισμού, ασθένειας ή άλλης βλάβης σε κάποιο σημείο του σώματος.
2. Νιώθω ψυχική οδύνη, λύπη ή συναισθηματική δυσφορία εξαιτίας γεγονότων, σκέψεων ή σχέσεων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Με τσίμπησε μια σφήκα και πονώ.
- Εδώ και μέρες πονώ στο στομάχι.
- Κάθε φορά που θυμάμαι τη μητέρα μου, πονώ.
- Μαθαίνοντας για την καταστροφή, πονώ για τους κατοίκους.
- Μετανιώνω για το λάθος μου και πονώ για τα λόγια που είπα.