πολεμώ
ρήμα1. Διεξάγω ένοπλη ή οργανωμένη σύγκρουση εναντίον προσώπου, ομάδας ή κράτους, χρησιμοποιώντας στρατιωτικά μέσα, βία ή τακτικές συγκρούσεων.
Συνώνυμα
μάχομαι αντιμάχομαι καταπολεμώ πολεμάω αγωνίζομαι παλεύω αντιπαλεύω εναντιώνομαι αντιτάσσομαι αντιπαρατίθεμαι επιτίθεμαι συγκρούομαι λογομαχώ καυγαδίζω τσακώνομαι σφάζομαι μαίνομαι ανταγωνίζομαι εχθρεύομαι νικώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στον πόλεμο πολεμώ για την πατρίδα.
- Ακόμα πολεμώ τον καρκίνο με όλη μου τη δύναμη.
- Κάθε μέρα πολεμώ τις αδικίες της κοινωνίας.
- Μερικές φορές πολεμώ με τους δαίμονές μου για να βρω ειρήνη.
- Στην εργασία μου πολεμώ για να επιτύχω κάθε στόχο.