πλήγμα

ουσιαστικό

1. Αιφνίδιος, βίαιος αντίκτυπος πάνω σε πρόσωπο, σώμα ή αντικείμενο που μπορεί να προκαλέσει τραυματισμό, ζημιά ή πόνο.

2. Σοβαρή ζημία ή απώλεια που επηρεάζει την οικονομική, επαγγελματική ή ηθική κατάσταση κάποιου ή κάποιου φορέα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο πυγμάχος κατάφερε ένα ισχυρό πλήγμα στο σαγόνι του αντιπάλου.
  • Η πανδημία ήταν ένα βαρύ πλήγμα για την τοπική οικονομία.
  • Η είδηση του θανάτου αποτέλεσε σοβαρό πλήγμα για την οικογένεια.
  • Το υποβρύχιο δέχθηκε πλήγμα από τορπίλη κατά τη νυχτερινή επιχείρηση.
  • Η αποτυχία της επένδυσης ήταν ένα πλήγμα στην επαγγελματική του φήμη.