μπουνιά
ουσιαστικό1. Χτύπημα με τη γροθιά, συνήθως σύντομο και δυνατό, που απευθύνεται στο σώμα κάποιου.
2. (Μεταφορικά) Έντονο, αιφνιδιαστικό πλήγμα ή δυσμενής επίπτωση σε άτομο, ομάδα ή κατάσταση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έφαγε μια μπουνιά στο πρόσωπο και του έτρεξε αίμα.
- Ο πυγμάχος έριξε μια μπουνιά που τον έριξε κάτω.
- Η προσπάθειά του να πείσει το αφεντικό ήταν μια μπουνιά στο νερό.
- Με μια μπουνιά του έσπασε την κλειδαριά της πόρτας.
- Πρόλαβε και έδωσε μια μπουνιά για να υπερασπιστεί τον φίλο του.