πελαγωμένος
επίθετοΠου βρίσκεται σε κατάσταση σύγχυσης, αμηχανίας ή αποπροσανατολισμού, χωρίς σαφή ιδέα ή σχέδιο για το τι πρέπει να κάνει.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ψύχραιμος συγκροτημένος προσανατολισμένος ήρεμος συγκεντρωμένος σίγουρος αποφασιστικός βεβαίος νηφάλιος διαυγής αυτοπεποίθητος ορθολογικός συνετός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μαθητής ήταν πελαγωμένος μπροστά στη δύσκολη άσκηση.
- Ο οδηγός έμεινε πελαγωμένος όταν χάλασαν τα φρένα στο ταξί.
- Ο διευθυντής φάνηκε πελαγωμένος απέναντι στις συνεχείς ακυρώσεις.
- Ο ναυτικός ήταν πελαγωμένος μέσα στην άγρια θάλασσα.
- Ο επισκέπτης έμεινε πελαγωμένος από την πολυπλοκότητα των διαδικασιών.