παρουσιάζομαι
ρήμα1. Εμφανίζομαι σε χώρο ή σε αρμόδια αρχή και δηλώνω την παρουσία μου.
2. Γίνομαι εμφανής ή εκδηλώνομαι, όταν κάποιο σύμπτωμα, χαρακτηριστικό ή φαινόμενο γίνεται αντιληπτό.
Συνώνυμα
εμφανίζομαι παρίσταμαι προσέρχομαι φέρομαι εκδηλώνομαι φαίνομαι δείχνομαι προβάλλομαι αποκαλύπτομαι συστήνομαι διαφαίνομαι έρχομαι συμβαίνω βγαίνω είμαι τυχαίνω προσποιούμαι καταφθάνω παρευρίσκομαι υποδύομαι εκτίθεμαι επιδεικνύομαι ξεπροβάλλω σκάω δηλώνομαι σχηματίζομαι υπάρχω γίνομαι λέγομαι συμπεριφέρομαι καταφτάνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στη συνέντευξη, παρουσιάζομαι ως υποψήφιος με εμπειρία στον τομέα.
- Κάθε πρωί στο σχολείο, παρουσιάζομαι στην τάξη πριν ξεκινήσει το μάθημα.
- Στον γιατρό, παρουσιάζομαι με υψηλό πυρετό και έντονο βήχα.
- Στο δικαστήριο, παρουσιάζομαι ως μάρτυρας υπεράσπισης.
- Στις επιστημονικές συναντήσεις, παρουσιάζομαι συχνά με εργασίες και διαφάνειες.