λέγομαι
ρήμα1. Να αναφέρεται κάποιο πρόσωπο, πράγμα ή ιδιότητα με συγκεκριμένο όνομα ή τίτλο.
2. Να γίνεται δήλωση, ισχυρισμός ή διάδοση πληροφορίας για κάποιο πρόσωπο, γεγονός ή κατάσταση, όπως παρουσιάζεται από άλλους.
Συνώνυμα
ονομάζομαι κατονομάζομαι αποκαλούμαι καλούμαι προσφωνούμαι αναφέρομαι θεωρούμαι φέρομαι ακούγομαι φημίζομαι χαρακτηρίζομαι υποστηρίζομαι προσδιορίζομαι παρουσιάζομαι τιτλοφορούμαι βαπτίζομαι ανακηρύσσομαι αποδίδομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Λέγομαι Άννα, αλλά οι φίλοι μου με φωνάζουν Αννούλα.
- Στην περιοχή λέγομαι καλός μηχανικός, γι' αυτό μου εμπιστεύονται δύσκολες δουλειές.
- Συχνά λέγομαι υπερβολικός επειδή εκφράζω δυνατά τις απόψεις μου.
- Για το περιστατικό λέγομαι άδικα υπεύθυνος — δεν ήμουν εκεί.
- Στα παραμύθια της πατρίδας μου λέγομαι πως ήμουν γενναίος ήρωας.