παρουσία
ουσιαστικό1. Κατάσταση του να βρίσκεται κάτι ή κάποιος σε συγκεκριμένο χώρο ή χρόνο.
2. Ένδειξη ή πράξη παρουσίας σε συγκέντρωση, εκδήλωση ή διαδικασία, με τη σημασία της φυσικής παρουσίας ή συμμετοχής.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η παρουσία όλων των μελών στο συνέδριο θεωρήθηκε απαραίτητη.
- Μην αναφέρεσαι σε αυτό στην παρουσία των παιδιών.
- Η παρουσία πολλών τουριστών άλλαξε το τοπίο της πόλης.
- Η παρουσία μικροβίων στο δείγμα επιβεβαιώθηκε από τις εξετάσεις.
- Η παρουσία της διευθύντριας έκανε τους μαθητές πιο προσεκτικούς.