παρακολούθηση
ουσιαστικό1. Η ενέργεια της συστηματικής παρατήρησης και καταγραφής συμπεριφορών, γεγονότων ή λειτουργιών για τη συγκέντρωση πληροφοριών, την αξιολόγηση ή τον έλεγχο.
Συνώνυμα
ακολούθηση παρατήρηση επιτήρηση επίβλεψη παρουσία θέαση φροντίδα θεώρηση εποπτεία έλεγχος εντοπισμός ιχνηλάτηση ανίχνευση κατασκοπεία τσεκάρισμα επιθεώρηση σκανάρισμα προσοχή επιφυλακή παρενόχληση φύλαξη τήρηση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η παρακολούθηση των μαθημάτων είναι απαραίτητη για την επιτυχία.
- Η παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης του ασθενούς γίνεται καθημερινά.
- Η παρακολούθηση από τις κάμερες ασφαλείας αποκάλυψε ύποπτη κίνηση.
- Η παρακολούθηση της τηλεοπτικής σειράς αυξήθηκε μετά το δεύτερο επεισόδιο.
- Μπορείς να ελέγξεις την παρακολούθηση της αποστολής μέσω του κωδικού αποστολής.