παραγκωνισμός
ουσιαστικόΗ κατάσταση ή πράξη κατά την οποία ένα άτομο, ομάδα, ιδέα ή αντικείμενο τίθεται σε δευτερεύουσα θέση σε σχέση με τους άλλους, χάνοντας προτεραιότητα, προσοχή ή πρόσβαση σε πόρους και ευκαιρίες.
Συνώνυμα
περιθωριοποίηση αποκλεισμός εξοστρακισμός παραγκώνισμα παραμέριση παραμερισμός παραμέρισμα απομόνωση αποξένωση απαξίωση υποβάθμιση αποκοπή απομάκρυνση αποβολή σβήσιμο κόψιμο ξεγραφή αφάνεια εξορία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο παραγκωνισμός στην ομάδα προκάλεσε ένταση μεταξύ των παικτών.
- Ένιωσε τον παραγκωνισμό στη δουλειά όταν δεν τον κάλεσαν στη συνάντηση.
- Ο πολιτικός κατήγγειλε τον παραγκωνισμό από τη διαδικασία λήψης αποφάσεων.
- Οι ηλικιωμένοι συχνά βιώνουν τον παραγκωνισμό στην ψηφιακή κοινωνία.
- Ο παραγκωνισμός των τοπικών προϊόντων από τις εισαγωγές πλήττει τους αγρότες.