παραγγελία

ουσιαστικό

1. Δήλωση πρόθεσης αγοράς αγαθών ή παροχής υπηρεσιών προς προμηθευτή ή πάροχο, με σκοπό την παράδοση ή εκτέλεση σε συμφωνημένο χρόνο και τιμή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έκανα μια παραγγελία στο ηλεκτρονικό κατάστημα και έλαβα επιβεβαίωση.
  • Η παραγγελία θα παραδοθεί στο γραφείο σε τρεις εργάσιμες ημέρες.
  • Ο δικαστής εξέδωσε παραγγελία για την άμεση διερεύνηση της υπόθεσης.
  • Στο πανηγύρι δέχτηκαν πολλές παραγγελίες για τραγούδια.
  • Η εταιρεία ακύρωσε την παραγγελία λόγω έλλειψης αποθέματος.