ορμητικός
επίθετο1. Που ενεργεί με έντονη, βιαστική ή παρορμητική ορμή, χωρίς προσεκτική σκέψη.
2. Που εκδηλώνει μεγάλη δύναμη ή ζέση στην κίνηση ή στη συμπεριφορά.
3. Που κινείται ή ρέει με μεγάλη ταχύτητα και ισχυρή ροή, προκαλώντας έντονη κινητικότητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
συγκρατημένος μετρημένος ήρεμος ψύχραιμος προσεκτικός συνετός επιφυλακτικός διστακτικός συνεσταλμένος παθητικός πράος ήπιος υπομονετικός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ορμητικός ποταμός κατέστρεψε τη μικρή γέφυρα.
- Η ορμητική νεότητά του τον έσπρωχνε σε ριψοκίνδυνες ενέργειες.
- Το πλήθος έγινε ορμητικό όταν ακούστηκε το σύνθημα.
- Ήταν πολύ ορμητικός στη συζήτηση και διέκοπτε συνεχώς.
- Η θάλασσα ήταν ορμητική μετά την καταιγίδα.