οικοδόμημα

ουσιαστικό

Κτίσμα ή κατασκευή που αποτελείται από θεμέλια, τοιχώματα, δάπεδα και οροφή και προορίζεται για κατοίκηση, εργασία, αποθήκευση ή άλλη λειτουργική χρήση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το οικοδόμημα απέναντι από την πλατεία στεγάζει γραφεία και καταστήματα.
  • Η αρχαιολογική σκαπάνη αποκάλυψε τα θεμέλια ενός παλιού οικοδομήματος.
  • Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα διαμόρφωσε ένα νέο οικοδόμημα ιδεών στη σχολική κοινότητα.
  • Στο νομοσχέδιο περιγράφεται το νομικό οικοδόμημα που ρυθμίζει τις επιχειρηματικές ενώσεις.
  • Τα σύγχρονα οικοδομήματα της πόλης συνδυάζουν λειτουργικότητα και αισθητική.