ξαναλέω

ρήμα

1. Επαναλαμβάνω με λόγια ό,τι έχει ήδη ειπωθεί, λέγοντάς το πάλι για διευκρίνηση, έμφαση ή υπενθύμιση.

2. Αφηγούμαι ξανά ένα γεγονός ή μια ιστορία, πιθανώς με παραλλαγές ή πρόσθετες λεπτομέρειες.

Συνώνυμα

επαναλαμβάνω ξαναμιλώ υπενθυμίζω ξανατονίζω επαναδιατυπώνω αναδιατυπώνω αναπαράγω επανεπισημαίνω επανειπώ διευκρινίζω εξηγώ αναφέρω επισημαίνω επανέρχομαι εφιστώ επιμένω ανακηρύσσω διηγούμαι επαναπαραγω

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Σου ξαναλέω, μη φεύγεις χωρίς τα κλειδιά.
  • Για να είμαι σαφής, ξαναλέω πως θα είμαι εκεί νωρίς το πρωί.
  • Σας ξαναλέω ότι αυτή η απόφαση δεν αλλάζει.
  • Στη συνάντηση ξαναλέω ότι χρειάζονται βελτιώσεις στο σχέδιο.
  • Σου ξαναλέω για τελευταία φορά: τήρησε τους κανόνες αλλιώς θα υπάρξουν συνέπειες.