ντροπή
ουσιαστικό1. Εσωτερικό αίσθημα αμηχανίας ή ταπείνωσης που προκύπτει όταν κάποιος αντιλαμβάνεται ότι έχει παραβεί κοινωνικούς ή ηθικούς κανόνες, έχει εκτεθεί σε μειωτική αξιολόγηση ή έχει ενεργήσει αντίθετα με τις προσωπικές του αξίες.
Συνώνυμα
αισχύνη αίσχος αιδώς ντροπιασμός ατιμία κατάντια καταισχύνη ξεφτίλα εξευτελισμός εξευτέλιση διασυρμός διαπόμπευση ταπείνωση αμηχανία στίγμα σκάνδαλο ντροπαλότητα ξεφτίλισμα συστολή συναίσθημα αμαρτία αίσθημα διστακτικότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ένιωσα ντροπή όταν ξέχασα το όνομά του μπροστά σε όλους.
- Η ντροπή της εμπόδισε να μιλήσει στην παρουσίαση.
- Τι ντροπή που χάσαμε την ευκαιρία!
- Η συμπεριφορά του ήταν ντροπή για την οικογένειά του.
- Ντροπή σου - πρέπει να ζητήσεις συγγνώμη.