μπόνους
ουσιαστικό1. Πρόσθετο χρηματικό ποσό ή οικονομική παροχή που δίνεται επιπλέον της βασικής αμοιβής ή της συμφωνημένης πληρωμής ως ανταμοιβή, κίνητρο ή αναγνώριση επίδοσης.
Συνώνυμα
πριμ επίδομα ανταμοιβή επιβράβευση δώρο έπαθλο βραβείο αντίδωρο δωράκι αμοιβή προμήθεια προσαύξηση παροχή μπαξίσι φιλοδώρημα μποναμάς χαρτζιλίκι προνόμιο αποζημίωση απολαβή επιδότηση μισθός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μπόνους στο τέλος του χρόνου βοήθησε την οικογένειά του να εξοφλήσει χρέη.
- Για κάθε αγορά άνω των 50€, θα λάβεις ένα μπόνους έκπτωσης για την επόμενη παραγγελία.
- Το παιχνίδι ξεκλειδώνει ένα μπόνους επίπεδο μετά το πέμπτο κεφάλαιο.
- Οι συνδρομητές πήραν επιπλέον μπόνους για την πιστότητά τους.
- Ο κουλοχέρης έδωσε μεγάλο μπόνους στον τελευταίο γύρο.