μπανάλ
άλλοΠου έχει συνηθισμένο, κοινότυπο ή φτωχό σε πρωτοτυπία χαρακτήρα, με αποτέλεσμα να προκαλεί μικρό ενδιαφέρον ή εντύπωση.
Συνώνυμα
τετριμμένος κοινότοπος κοινοτυπικός κλισέ χιλιοειπωμένος πεζός κλισαρισμένος συνηθισμένος κοινός βαρετός ανουσιος συμβατικός ανιαρός ανιαρά προβλέψιμος απλοϊκός πεπαλαιωμένος επιφανειακός καθημερινός ανούσιος άχρωμος
Αντώνυμα
πρωτότυπος πρωτοποριακός καινοτόμος δημιουργικός αυθεντικός ξεχωριστός ιδιαίτερος μοναδικός ασυνήθιστος φρέσκος καινοφανής αξιοπρόσεκτος
Παραδείγματα χρήσης
- Η ταινία ήταν μπανάλ.
- Το σχόλιο του κριτή ήταν αρκετά μπανάλ.
- Οι δικαιολογίες τους φάνηκαν μπανάλ στην επιτροπή.
- Απέφυγε τις μπανάλ φράσεις όταν γράφεις το κείμενο.
- Το δώρο ήταν ωραίο, αλλά λίγο μπανάλ για την περίσταση.
- Μην το λες τόσο μπανάλ — χρειάζεται περισσότερη σκέψη.