μελαγχολώ
ρήμα1. Βιώνω κατάσταση μελαγχολίας: νιώθω βαθιά ή επίμονη θλίψη, νοσταλγία ή απογοήτευση, συχνά με μείωση ενέργειας και ζωτικότητας.
Συνώνυμα
θλίβομαι στενοχωριέμαι λυπούμαι καταθλίβομαι κατσουφιάζω μαυρίζομαι στεναχωριέμαι νιώθω απογοητεύομαι βυθίζομαι σκοτεινιάζω μουδιάζω πικραίνομαι στενοχωρούμαι
Αντώνυμα
χαίρομαι ευτυχώ ευθυμώ κεφάνομαι γελάω χαμογελώ ευφραίνομαι αγαλλιάζομαι γλεντάω ξεφαντώνω αναζωογονούμαι ανεβαίνω διασκεδάζω ανακουφίζομαι πανηγυρίζω χαίρω ξεκαρδίζομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα μελαγχολώ χωρίς εμφανή λόγο.
- Όταν ακούω εκείνο το παλιό τραγούδι, μελαγχολώ.
- Μερικές φορές, νοσταλγώντας τα παιδικά χρόνια, μελαγχολώ.
- Ο χειμώνας με κάνει να μελαγχολώ περισσότερο.
- Παρά τις επιτυχίες, κάποιες νύχτες μελαγχολώ.