χαμογελώ
άλλοΕκφράζω χαρά, ευγένεια, ικανοποίηση ή άλλη διάθεση με τη χαρακτηριστική κίνηση των χειλιών και του προσώπου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
σκυθρωπώ μουτρώνομαι κατσουφιάζω κλαίω στενάζω αγριεύω βλοσυρίζω θλίβομαι μελαγχολώ καταθλίβομαι γκρινιάζω σπαράζω βουρκώνω πενθώ πικραίνομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν βλέπω τους φίλους μου, χαμογελώ αμέσως.
- Προσπαθώ να χαμογελώ ακόμα και στις δύσκολες στιγμές.
- Μου χαμογελώ στον καθρέφτη κάθε πρωί για να ξεκινήσω θετικά.
- Το μωρό χαμογελώ μόλις άκουσε τη φωνή της μητέρας του.
- Στη φωτογραφία, όλοι χαμογελώ χαρούμενα.