μεθοδικότητα
ουσιαστικό1. Η ιδιότητα ή κατάσταση του να ενεργεί ή να λειτουργεί με μέθοδο, οργανωμένο σχέδιο και συνεπή ακολουθία βημάτων.
Συνώνυμα
συστηματικότητα οργανωτικότητα οργάνωση σχολαστικότητα επιμέλεια τακτικότητα πειθαρχία ευταξία ευσυνειδησία συστηματοποίηση προγραμματισμός συνέπεια ακρίβεια τάξη επιμονή εργατικότητα προσεκτικότητα
Αντώνυμα
αταξία ακαταστασία ανοργανωσία ανοργανωσιά αμεθοδικότητα προχειρότητα αμεθοδία ασυνέπεια απροσεξία χάος χαοτικότητα αυθορμητισμός αποσπασματικότητα αναρχία μπερδεμάρα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μεθοδικότητα του μηχανικού εξασφάλισε ότι το έργο ολοκληρώθηκε μέσα στον χρόνο.
- Χάρη στη μεθοδικότητα στην έρευνα, οι επιστήμονες κατέληξαν σε αξιόπιστα συμπεράσματα.
- Η καθημερινή μεθοδικότητα στην προπόνηση βελτίωσε σημαντικά τις επιδόσεις της.
- Στον σχεδιασμό του έργου απαιτείται μεθοδικότητα και σαφής κατανομή αρμοδιοτήτων.
- Η μεθοδικότητα με την οποία αντιμετώπισε την κρίση επέτρεψε γρήγορες και ψύχραιμες αποφάσεις.