μεθοδικότητα

ουσιαστικό

1. Η ιδιότητα ή κατάσταση του να ενεργεί ή να λειτουργεί με μέθοδο, οργανωμένο σχέδιο και συνεπή ακολουθία βημάτων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η μεθοδικότητα του μηχανικού εξασφάλισε ότι το έργο ολοκληρώθηκε μέσα στον χρόνο.
  • Χάρη στη μεθοδικότητα στην έρευνα, οι επιστήμονες κατέληξαν σε αξιόπιστα συμπεράσματα.
  • Η καθημερινή μεθοδικότητα στην προπόνηση βελτίωσε σημαντικά τις επιδόσεις της.
  • Στον σχεδιασμό του έργου απαιτείται μεθοδικότητα και σαφής κατανομή αρμοδιοτήτων.
  • Η μεθοδικότητα με την οποία αντιμετώπισε την κρίση επέτρεψε γρήγορες και ψύχραιμες αποφάσεις.