μαχητής
ουσιαστικό1. Άτομο που συμμετέχει ενεργά σε μάχη, πόλεμο ή ένοπλη σύγκρουση.
2. Άτομο που λαμβάνει μέρος σε οργανωμένα σωματικά αγωνίσματα ή ανταγωνισμούς με σκοπό τη νίκη ή την επικράτηση.
Συνώνυμα
πολεμιστής πολεμητής αγωνιστής αντάρτης επαναστάτης μισθοφόρος ιππότης πολεμομάχος μονομάχος συμπολεμιστής βετεράνος στρατιώτης οπλίτης πυγμάχος παλαιστής μπράβος καυγατζής τσαμπουκάς αθλητής εχθρός στρατιωτικός υπερασπιστής τρομοκράτης ένοπλος διαγωνιζόμενος μπόξερ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μαχητής μπήκε πρώτος στη μάχη.
- Ο μαχητής κέρδισε με νοκ άουτ στον τρίτο γύρο.
- Οι μαχητές υπερασπίστηκαν το χωριό κατά τη διάρκεια της εισβολής.
- Ο μαχητής πάλεψε με τον καρκίνο για χρόνια χωρίς να χάσει το θάρρος του.
- Στο βιντεοπαιχνίδι, ο μαχητής αναβάθμισε την πανοπλία και τα όπλα του.
- Έγινε μαχητής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και μίλησε σε πολλά συνέδρια.