λυπημένος
επίθετο1. Που βιώνει αρνητικά συναισθήματα λόγω απώλειας, απογοήτευσης ή άλλης δυσάρεστης εμπειρίας.
2. Που εμφανίζει εξωτερικά σημάδια εσωτερικής δυσφορίας, όπως κατάπτωση, σιωπή ή σκυθρωπή έκφραση.
3. Που προκαλεί δυσάρεστα συναισθήματα σε άλλους.
Συνώνυμα
θλιμμένος στενοχωρημένος περίλυπος λυπηρός θλιβερός στεναχωρημένος μελαγχολικός πικραμένος πληγωμένος καημένος κλαμένος μουτρωμένος κατσουφιασμένος ζοχάδιασμένος λυπητερός συντετριμμένος δυστυχισμένος καταθλιμμένος απογοητευμένος αποκαρδιωμένος απελπισμένος βαρύθυμος αλγεισμένος απαρηγόρητος δυσαρεστημένος καταρρακωμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιώργος είναι λυπημένος σήμερα.
- Ήταν λυπημένη επειδή έχασε το τρένο.
- Το πρόσωπό του έδειχνε λυπημένο μετά την είδηση.
- Οι φίλοι της ήταν λυπημένοι για ό,τι συνέβη.
- Η μελωδία ακούγεται λυπημένη.