κυριαρχώ
ρήμα1. Ασκώ ισχυρή εξουσία ή έλεγχο επί προσώπων, ομάδων ή πραγμάτων, επιβάλλοντας τη βούληση ή τις αποφάσεις μου.
2. Επικρατώ σε πεδίο, χώρο ή κατάσταση, αποκτώντας αποφασιστικό προβάδισμα ή υπεροχή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στις διαπραγματεύσεις, εγώ κυριαρχώ με τη σοβαρότητα και τα τεκμήρια.
- Στην ομάδα ποδοσφαίρου, όταν αναλαμβάνω την προπόνηση, εγώ κυριαρχώ στην τακτική της άμυνας.
- Στη δουλειά μου, με τις ιδέες που προτείνω, εγώ κυριαρχώ στην καινοτομία.
- Στα συναισθήματά μου, κυριαρχώ εγώ και όχι ο φόβος.
- Σε συζητήσεις για την τέχνη, με το λόγο μου κυριαρχώ επειδή γνωρίζω καλά το θέμα.