κλείδωμα
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα του κλειδώματος· η διαδικασία ή κατάσταση κατά την οποία κάτι κλείνεται ή στερεώνεται ώστε να μην ανοίγει, να μην αλλάζει θέση ή να μην προσπελαύνεται χωρίς κατάλληλο μέσο (π.χ. κλειδί, κωδικός).
Συνώνυμα
κλειδώσιμο ασφάλιση ασφάλισμα κλείσιμο μπλοκάρισμα μπλόκο λουκέτο κλειδαριά εμπλοκή σφράγισμα φραγή ακινητοποίηση εγκλεισμός φραγμός διασφάλιση περιφρούρηση
Αντώνυμα
ξεκλείδωμα άνοιγμα αποσφράγιση απελευθέρωση αποδέσμευση απεμπλοκή ξεμπλοκάρισμα αποασφάλιση διάρρηξη διάνοιξη ξεσφράγισμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το κλείδωμα της πόρτας έγινε πριν φύγουμε.
- Έβαλα κλείδωμα στην οθόνη του κινητού με PIN.
- Το κλείδωμα του λογαριασμού προκλήθηκε από επανειλημμένες αποτυχημένες προσπάθειες εισόδου.
- Το κλείδωμα των δημόσιων χώρων αποφασίστηκε για να περιοριστεί η εξάπλωση του ιού.
- Υπήρξε κλείδωμα στο γρανάζι του μηχανήματος και σταμάτησε η παραγωγή.