κατηγορηματικός
επίθετο1. Που εκφράζει βεβαιότητα ή οριστική άποψη, διατυπώνοντας δήλωση χωρίς επιφύλαξη.
2. Που διατυπώνεται με σαφήνεια και τελεσίδικο τόνο, αφήνοντας λίγες ή καθόλου αμφιβολίες.
Συνώνυμα
απόλυτος σαφής ξεκάθαρος αποφασιστικός αποφασισμένος κάθετος αδιαπραγμάτευτος άτεγκτος αταλάντευτος συγκεκριμένος επιτακτικός αυστηρός άμεσος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κατηγορηματική απάντησή του δεν άφηνε περιθώρια αμφιβολίας.
- Ο μάρτυρας ήταν κατηγορηματικός στην κατάθεσή του.
- Η καθηγήτρια τόνισε με κατηγορηματικό ύφος ότι η εργασία πρέπει να παραδοθεί αύριο.
- Στη γλωσσολογία, μια κατηγορηματική πρόταση εκφράζει μια δήλωση ή διαπίστωση.
- Οι δηλώσεις τους ήταν κατηγορηματικές, χωρίς κανένα υπονοούμενο.