καταφρόνηση
ουσιαστικόΣτάση ή συναίσθημα που εκδηλώνεται ως απαξίωση προς πρόσωπο, ιδέα ή πράγμα, με αποτέλεσμα την ελαχιστοποίηση της αξίας του και την έκφραση αποστροφής ή αδιαφορίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συμπεριφορά του έδειχνε ανοιχτή καταφρόνηση προς τους κανόνες.
- Δεν άντεχε την καταφρόνηση που έβλεπε στα μάτια των άλλων.
- Με κοίταξε με καταφρόνηση και γύρισε αλλού.
- Η κοινωνία αντιμετώπισε με καταφρόνηση την αδικία και διαμαρτυρήθηκε.
- Η καταφρόνηση για τον αδύναμο είναι απαράδεκτη στάση.
- Η δημόσια καταφρόνηση των προσπαθειών της την πλήγωσε βαθιά.