καταλαγιάζω
ρήμα1. Κατεβάζω σταδιακά την ένταση, τη δύναμη ή τη δραστηριότητα μιας κατάστασης, ώστε να γίνει πιο ήπια ή ήσυχη.
2. Γίνομαι λιγότερο έντονος, θορυβώδης ή ανήσυχος με την πάροδο του χρόνου.
Συνώνυμα
ηρεμώ κοπάζω καταπραΰνομαι γιατρεύομαι ηρεμίζω γαληνεύω κατευνάζω υποχωρώ ηρεμίζομαι καθησυχάζομαι καταπραΰνω παύω λιγώνω καθησυχάζω ξαποσταίνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά από λίγη ώρα, η φασαρία στο δρόμο καταλαγιάζει.
- Άφησε τη συζήτηση να καταλαγιάσει πριν απαντήσεις.
- Το θυμωμένο πλήθος καταλαγιάζει όταν εμφανίζεται η αστυνομία.
- Με τον καιρό, ο πόνος καταλαγιάζει.
- Η καταιγίδα καταλαγιάζει προς το απόγευμα.