κανονικά
επίρρημα1. Με τον συνήθη ή αναμενόμενο τρόπο, όπως συμβαίνει στην κανονική κατάσταση ή πρακτική.
2. Με βάση τους κανόνες ή την τυπική εξέλιξη των πραγμάτων· χρησιμοποιείται για να δηλώσει ότι κάτι θα έπρεπε να συμβεί ή να ισχύει υπό φυσιολογικές συνθήκες.
Συνώνυμα
συνήθως φυσιολογικά κανονικώς συνηθέστατα τυπικά υποτίθεται σωστά ορθώς κατάλληλα φυσικά λογικά μάλλον γενικά προφανώς θεωρητικά θεωρητικώς πρακτικά συνηθισμένα πραγματικά καθημερινά ομαλά όντως τακτικά τυπικώς
Αντώνυμα
ασυνήθιστα ασυνήθως ανωμαλώς ανώμαλα λανθασμένα λάθος μαγικά εκπληκτικά απίστευτα απίθανα απρόσμενα απρόβλεπτα παραδόξως ξαφνικά εξαιρέτως στραβά υπερβολικά ανάποδα αντίστροφα ασύλληπτα διαφορετικά ακανόνιστα λαθραία συγκλονιστικά ιδιαίτερα τρελά αλλιώς τραγικά
Παραδείγματα χρήσης
- Η κίνηση κανονικά είναι ελαφριά αυτή την ώρα.
- Έπραξε κανονικά σύμφωνα με τους κανόνες.
- Κανονικά θα ήμουν εκεί, αλλά μου προέκυψε πρόβλημα.
- Κανονικά, αν όλα πάνε καλά, θα παραδοθεί το έργο αύριο.
- Αν το φτιάξεις κανονικά, δεν θα χρειαστεί να το ξαναφτιάξουμε.