θεωρητικά

επίρρημα

1. Κατά τη θεωρία ή βάσει εννοιών και αρχών, χωρίς να εξασφαλίζεται απαραίτητα η πρακτική εφαρμογή ή απόδειξη.

2. Σε υποθετικό ή ενδεχόμενο πλαίσιο, ως πιθανότητα ή γενικός κανόνας που μπορεί να μην ισχύει σε κάθε περίπτωση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • θεωρητικά, το έργο θα ολοκληρωθεί τον επόμενο μήνα.
  • Η μέθοδος θεωρητικά επιταχύνει τη διαδικασία, αλλά χρειάζεται επιπλέον δοκιμές.
  • Αν ακολουθήσουμε τις οδηγίες, θεωρητικά δεν θα υπάρξει κανένα πρόβλημα.
  • Η συσκευή θεωρητικά λειτουργεί με μπαταρία, αλλά στην πράξη χρειάζεται ρεύμα.
  • Είναι θεωρητικά δυνατό να υπάρξει βελτίωση σύμφωνα με τα μαθηματικά μοντέλα.
  • Οι μαθητές θεωρητικά πρέπει να γνωρίζουν τα βασικά πριν από το διαγώνισμα.