αλλιώς
επίρρημα1. Με τρόπο διαφορετικό από τον προτεινόμενο, αναφερόμενο ή συνήθη.
2. Σε περίπτωση που κάτι δεν εξελιχθεί όπως αναμένεται, για να δηλώσει εναλλακτική κατάσταση ή συνέπεια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάνε το αλλιώς, αν αυτός ο τρόπος δεν λειτουργεί.
- Φέρε του φάρμακο τώρα, αλλιώς θα χειροτερέψει.
- Το πείραμα βγήκε αλλιώς από ό,τι περιμέναμε.
- Η συνάντηση ήταν κουραστική· αλλιώς όλα πήγαν καλά.
- Αλλιώς, μπορούμε να δοκιμάσουμε άλλη μέθοδο.