συνήθως
επίρρημα1. Δηλώνει ότι ένα γεγονός ή μια κατάσταση συμβαίνει τις περισσότερες φορές ή κατά πλειονότητα, όχι απαραίτητα πάντοτε.
Συνώνυμα
συνηθέστατα κανονικά τυπικά γενικά συχνά συχνότατα κυρίως φυσιολογικά τακτικά καθημερινά ουσιαστικά μονίμως βασικά πρωτίστως τυπικώς
Αντώνυμα
σπάνια σπανίως ασυνήθιστα ποτέ απίθανα σπανιότερα ειδικά ιδιαίτερα παραδόξως εκτάκτως ενίοτε απρόσμενα διαφορετικά απροσδόκητα
Παραδείγματα χρήσης
- Πηγαίνω συνήθως στη δουλειά με ποδήλατο.
- Τέτοια εποχή ο καιρός συνήθως είναι βροχερός.
- Αν αργήσεις, συνήθως θα σε περιμένω.
- Ο δρόμος είναι συνήθως ήσυχος, αλλά σήμερα ήταν γεμάτος κόσμο.
- Το παιδί συνήθως τρώει γρήγορα.
- Οι συναντήσεις συνήθως γίνονται κάθε Δευτέρα.