απρόσμενα

επίρρημα

Με τρόπο που δεν αναμενόταν ή χωρίς προειδοποίηση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο καιρός άλλαξε απρόσμενα.
  • Η ανακοίνωση ήρθε απρόσμενα νωρίς.
  • Η είδηση τον έκανε απρόσμενα χαρούμενο.
  • Εμφανίστηκαν απρόσμενα αποτελέσματα στις μετρήσεις.
  • Η τιμή του προϊόντος έπεσε απρόσμενα πολύ.
  • Η ομάδα κέρδισε απρόσμενα τον αγώνα.