λογικά
επίρρημα1. Κατά τρόπο σύμφωνο με τη λογική και τους κανόνες ορθής σκέψης, με σαφή και συνεπή αιτιολόγηση.
2. Βάσει αξιολόγησης των διαθέσιμων στοιχείων, ως εκτίμηση ή αποτέλεσμα που προκύπτει από ορθολογική επεξεργασία πληροφοριών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
παραλογικά εξωφρενικά άλογα απίθανα απρόβλεπτα αναπάντεχα αβέβαια μαγικά συναισθηματικά απεγνωσμένα συγκεχυμένα ανόητα απίστευτα απερίσκεπτα
Παραδείγματα χρήσης
- Λογικά θα έρθει αύριο.
- Δεν απάντησε, λογικά, επειδή ήταν απασχολημένος.
- Τα λογικά επιχειρήματα πείθουν πιο εύκολα.
- Πρέπει να σκεφτείς λογικά πριν πάρεις μια απόφαση.
- Εξήγησε τα λογικά βήματα της απόδειξης στον πίνακα.
- Αν ακολουθήσουμε τους κανόνες, το συμπέρασμα προκύπτει λογικά.